Share

Η έρευνα μου (αποσπάσματα) Μετάφραση Κ. Μπακιρτζής
Δεν θυμάμαι να έγραφα πριν τα 25 μου χρόνια, πριν το 1949 ακριβώς. Τη χρονιά που άρχισα να κινούμαι, που άρχισαν όλα να κινούνται. Ήμουν στους Δομινικανούς. Διηγήθηκα όλα αυτά στο βιβλίο “Ο ξεσηκωμός μου” όπου μιλώ για την εξέλιξη μου στους Δομινικανούς και πως οδηγήθηκα να βγω από εκεί. Προηγούμενα έγραφα βέβαια, αλλά όχι ιδιαίτερα, κυρίως διάβαζα. Διάβαζα Αριστοτέλη, Θωμά τον Ακινάτο και άλλους, απ’ την ηλικία των 15-16 ετών. Τους διάβαζα προσεκτικά κι έπαιρνα πολλές σημειώσεις. Κατείχα το Summa Theologica από το 1939-40.Έπινα τα λόγια και τις ιδέες του Abà Lefévre, αυτού του μαχητικού ιερωμένου, ο οποίος είχε τόση επιρροή πάνω μου και που τον γνώρισα όταν ήμουν 14 ετών (το 1937-38), αλλά ακόμη δεν έγραφα […].
Γνώρισα τη γεύση του γραψίματος όταν είχα αυτή την κρίση στους Δομινικανούς που μ’ έκανε να τα αμφισβητήσω όλα, να αναρωτιέμαι για όλα, να τα κοιτώ όλα κριτικά. Αλλά δεν είναι τα ερωτήματα τα ίδια που με οδήγησαν να γράψω. Δεν άρχισα να γράφω με κείμενα ιδεών. Τα πρώτα μου κείμενα υπήρξαν συναισθηματικά όπου άφηνα να ξεχυλίσουν οι συγκινήσεις μου.
Αυτό στέλνει σ’ ένα ερώτημα: γιατί γράφουμε; Έχω την εντύπωση ότι γράφουμε για λόγους συναισθηματικούς, ακόμη και κείμενα ιδεών, και όχι μόνο μυθιστόρημα. Π.χ. με ξαναβλέπω το 1951 όταν είχα αυτό το πρόβλημα στα πνευμόνια που με υποχρέωσε να παραμείνω κλινήρης για πολλούς μήνες και που βάλθηκα να γράφω ένα φιλοσοφικό κείμενο, όπου μιλούσα για το θάνατο, τη σχέση με το θάνατο, πράγματα που συνδεόταν άμεσα με την κατάσταση της υγείας μου. Αλλά δεν μιλούσα μόνο γι’ αυτό.
Δεν πρόκειται μόνο για την εξισορρόπηση μέσω μιας θετικής ενέργειας – της γραφής – όλων των συναισθηματικών “απεκρίσεων” που βγαίνουν από μέσα μας, αν θα μπορούσα να το εκφράσω έτσι, αλλά το να δώσεις μορφή σ’ αυτό που βγαίνει, όπως ένα υλικό που ειν’ εκεί και με το οποίο πρέπει να κάνεις κάτι, όπως ο άργιλος που πλάθεται, όπως μια ύλη που θα ζυμωθεί. Είναι τόσο παρόν, τόσο εκεί που αδυνατούμε να μη κάνουμε τίποτα μ’ αυτό. (Αλλάζω το χαρτί που γράφω. Δεν βρίσκω πια χαρτί με ρίγες, αυτό που συνήθως χρησιμοποιώ. Παίρνω χαρτί δίχως ρίγες κι αυτό με πανικοβάλει. Να βλέπεις αυτές τις γραμμές που κυματίζουν καπριτσιόζικα με πα-νικοβάλει.Έχω ανάγκη η γραφή μου να οδηγείται απ’ αυτές τις ρίγες. Παράξενο. Διανοητικά λέω ότι αυτό είναι ηλίθιο, αλλά γνωρίζω ότι θα ξαναπάρω ριγωτό χαρτί με την πρώτη ευκαιρία). […].
Η συναισθηματική μου αναστάτωση στο τέλος της παραμονής μου στους Δομινικανούς ήταν τεράστια, και αυτό σε όλους τους τομείς. Δεν μου απέμενε παρά να βρω μια τεχνική γραφής. Τη βρήκα στην αυτόματη γραφή. Την ανακάλυψα αυθόρμητα, δίχως προσπάθεια. Μου ήρθε. Αλλά πραγματικά την ανακάλυψα μόνος μου; Σίγουρα θα υπήρχαν ορισμένες γνώσεις του σουρεαλιστικού κινήματος. Λέω στα σίγουρα “θα υπήρχαν” αλλά δεν θυμάμαι τίποτα. Δεν ξέρω πως ήρθε κι έπεσε πάνω μου. Με ξαναβλέπω γράφοντας ποιήματα και ποιήματα, προσωπικά κείμενα και λίγο (πολύ λίγο) κείμενα ιδεών, και όλα αυτά πολύ ελεύθερα, με ελευθερία, με πλήρη ελευθερία, δίχως καταναγκασμό. Αλλά κατά βάθος, γράφοντας αυτά τώρα, λέω ότι αυτά θα συνδέονταν με κάποια λογοτεχνική ευαισθησία (που διατύπωσα άλλωστε σε ορισμένα μου κείμενα) που με ωθούσε να απορρίψω οτιδήποτε έμοιαζε “ωραίο”, “συμβατικό”, “καλοκαμω-μένο”, “αισθητικό”, μια ευαισθησία λίγο Μπωντλαιρική (“το κουφάρι”) ή Σαρτρική. Αλλά δεν υπήρχε ουδεμία αναφορά στον Beaudelaire ή στον Sartre. Απλά υπήρχε η ανάγκη ν’ αφήσω τη σκέψη μου, τη γραφή μου να παν όπου ήθελαν, με πλήρη ελευθερία. Έπαιρνα λοιπόν τεράστια ευχαρίστηση…
Έτσι λοιπόν, σιγά σιγά, άρχισα να γράφω, να γράφω για τη ζωή μου, με τη ζωή μου, εναντίον της ζωής μου, σχετικά με τη ζωή μου, όπως θέλετε. Η ζωή μου έγινε το αντικείμενο μου […].
Όταν η εμπειρία παραχθεί μια πρώτη φορά και η δραστηριότητα ενσωματωθεί, οι συνθήκες που την επέτρεψαν δεν είναι πλέον απαραίτητες. Δεν είχα πια ανάγκη στη συνέχεια να ζήσω μια μεγάλη αναστάτωση για να γράφω. Η γραφή είχε ενσωματωθεί. Μπορούσε να ρέει από μέσα μου αργά, με συνέχεια, όπως οι φυσικές ανάγκες, όπως αφοδεύουμε, όπως τρώμε όλες τις μέρες, σαν λειτουργική και ικανοποιητική δραστηριότητα, καθημερινή, σαν μια σταθερή ευχαρίστηση. […].
Αλλά ακόμη και τα κείμενα ιδεών που παρήγαγα μου προκαλούσαν την ίδια αίσθηση. Ξαναβλέπω γύρω στο ’60, την “έκκριση” από μέσα μου κειμένων, ιδεών, όπως η αράχνη εκκρίνει τον ιστό της.Έλεγα ότι ήμουν ένας ξυλόγλυπτης, ένας ξυλουργός. Η σκέψη αυτή μ’ ευχαριστεί πολύ.
Γιατί όμως γύρω στα ’50 άρχισα να παράγω λογοτεχνικά κείμενα σ’ αυτό το βαθμό, μ’ αυτή την ένταση; Τελικά δεν το γνωρίζω πολύ… Όταν ψάχνω να καταλάβω βρίσκω ότι μάλλον πρόκειται για το ενδιαφέρον μου για την ερωτική ζωή. Όχι μόνο την ερωτική ζωή σαν πρόβλημα, σαν κάτι που θέλουμε να κατανοήσουμε και να εξηγήσουμε -πράγμα που πάντοτε μ’ ενδιέφερε επίσης- αλλά σαν βίωμα δικό μου και των άλλων. Πιστεύω ότι μαγεύ-θηκα από την ερωτική ζωή, τη δική μου και των άλλων. Λέω “τη δική μου και των άλλων” διότι μου φαίνεται ότι είναι το ίδιο πράγμα. Δεν πρόκειται για την ερωτική ζωή των άλλων που παρατηρείται από τα έξω αλλά που την αισθάνομαι μέσα μου, που βιώνεται κατά κάποιο τρόπο απόμενα. […].
Μου φαίνεται ότι η λογοτεχνία συνίσταται πάντοτε στη διήγηση ενός βιώματος, ανεξαρτήτως συγγραφέα, τύπου λογοτεχνίας, στυλ. ΟAlexander Dumas είναι έτσι όσο και ο Victor Hugo, ο οποίος είναι έτσι όσο και ο Beaudelaire ή ο Rimbaud. Αυτό που διαφέρει είναι μόνο ο τρόπος της γραφής, τα πρόσωπα που παρουσιάζονται, η φύση της διήγησης. Αλλά πρόκειται πάντοτε για βίωμα. Είναι ένας τρόπος κατά βάθος να γεννάς ζωή, θέλω να πω ζωή μέσα στη συγκεκριμένη υπαρξιακή πραγματικότητα, σα να μην αρκεί η πραγματική ζωή, ή πιο ακριβώς, σα νάπρεπε να εξαρθεί, να εγρηγορθεί, να φανούν οι διαστάσεις της, να επικεντρωθεί… Να βιωθεί η ζωή. […].
Το πρόβλημα το πιο σημαντικό είναι το να γνωρίσω γιατί υπήρξε αυτό το ενδιαφέρον για τον έρωτα των άλλων. Εδώ δεν βρίσκω παρά μία απάντηση: το ενδιαφέρον μου για τους άλλους. Είναι αλήθεια ότι η ζωή των άλλων πάντοτε με μάγευε. Δεν πρόκειται μόνο για περιέργεια αλλά για συμμετοχή αν μπορώ να το πω έτσι. Η ζωή των άλλων πάντοτε μου φαινόταν σαν δική μου ζωή. Πάντοτε ταυτιζόμουν με τη ζωή των άλλων… Εδώ φτάνω σ’ άγνωστη γη. Αγγίζω κάτι, πιθανώς ένα ουσιαστικό σημείο, αλλά δεν βλέπω καθαρά. Θα πρέπει να το ξεκαθαρίσω.
Συνεχίζω αυτή την ανάλυση της παραγωγής των γραπτών μου σημειώνοντας ένα περίεργο γεγονός. Απ’ τα τριάντα περίπου (περί το ’54 όπου άρχισα να έχω αρκετά εντατική επαγγελματική ζωή: CAPES και μετά agrégation φιλοσοφίας, κλπ)* μέχρι τα σαράντα μου χρόνια (1962-63) έγγραφα κυρίως θεωρητικά. Δηλαδή εγκατέλειψα τη λογοτεχνική παραγωγή και στράφηκα ριζικά προς τα γραπτά ιδεών… πράγμα που διατηρήθηκε και στη συνέχεια.Όμως, απ’ αυτή την πρώτη περίοδο τηςπνευματικής μου παραγωγής, δεν έχω σχεδόν καμμιά θύμηση. Δεν θυμάμαι ούτε τα θέματα που πλησίασα, ούτε καν, τις περισσότερες φορές, τις ιδέες που υποστήριζα. Είναι σα να υπήρχε ένα κενό. […].
Αντίθετα, γραπτά που τοποθετούνται στην επόμενη περίοδο, δηλαδή από το 1962-63 και ύστερα (είμαι 40 ετών το 1964) και που όλα κατά κάποιο τρόπο παρουσιάσθηκαν στο κοινό, τα θυμούμαι πολύ συγκεκριμένα. πρόκειται ουσιαστικά για ένα κείμενο πάνω στον έρωταπου θα μπορούσε να ονομασθεί Ψυχολογία του έρωτα. Με ξαναβλέπω ακόμη να το γράφω στην πλατεία της Σορβόννης, εκεί όπου κατοικούσα”μετά το χωρισμό μου με τη Σαβίνα (την πρώτη μου γυναίκα, το 1961). Πρόκειται για γραπτά πάνω στην ανάγνωση και την ορθογραφία. Πρόκειται τέλος για την Pédagogie Institutionnelle που γράφτηκε γύρω στα ’63-’64, και που δημοσιεύθηκε το 1965: κείμενο σημαντικό που είχε μεγάλη επιτυχία και δεν θυμάμαι πόσες επανεκδόσεις. Με ξαναβλέπω να το γράφω μέσα σ’ αυτό το τόσο μικρό δωμάτιο που είχα κοντά στο Denfert-Rochereau αφού αναγκάσθηκα να εγκαταλείψω την πλατεία της Σορβόννης.
Γιατί αυτή η διαφορά; Γιατί δεν θυμάμαι (;) εντελώς τίποτε από τα γραπτά μου της περιόδου 1952-62, ενώ θυμάμαι πολύ καλά όσα έγραψα μετά;
Η υπόθεση που κάνω είναι σημαντική εάν τη θεωρήσουμε ως προς τις εμπλοκές της. Αυτό εξηγείται κατ’ εμέ από το γεγονός ότι τα θέματα που προσέγγιζα μεταξύ 1952 και 1962 δεν αντιστοιχούσαν σε πραγματικέςεμπειρίες μου αλλά σε ιδέες που είχαν γεννηθεί από παλαιότερες ρήξεις, οι οποίες δεν είχαν θετική υπόσταση αλλά αποκλειστικά αρνητική αξία. Διέλυα ένα παρελθόν, ξεκαθάριζα λογαριασμούς, αλλά δεν παρουσίαζαμια ξεκάθαρη και αποφασιστική τάση.
Σ’ αυτή την περίοδο πράγματι, μου φαίνεται ότι ανέπτυξα ουσιαστικά δύο θέματα: από τη μια μια τακτική επίθεση εναντίον της καθολικής εκκλησίας, εναντίον της τάσης της να διαστρέφει το ευαγγελικό μήνυμα, κ.λ.π. και από την άλλη μια επίθεση επίσης βίαια εναντίον ενόςωρισμένου παραδοσιακού κόσμου, ιδιαίτερα γυναικών, που αναζητούν να χρησιμοποιήσουν τον έρωτα για να καταστρέψουν τη σεξουαλική και συναισθηματική ελευθερία. Μ’ άλλα λόγια, ανέπτυσσα τα αποτελέσματα της ρήξης μου με την καθολική εκκλησία και την παραδοσιακή ηθική. Πρόκειται μόνον για μια ανάπτυξη ή για μια “έκκριση” όπως έχω πει (όπως μια πληγή που τρέχει). Δεν πρόκειται για την τονισμένη παρουσίαση μιας ανακάλυψης sui generis, αυθεντικά.
Αντίθετα, από το 1961-62, τρία γεγονότα θα σημαδέψουν βαθειά την ύπαρξη μου. Πρώτο είναι το αποτέλεσμα της ανακήρυξης μου το 1958 στο CNPS (Εθνικό Κέντρο Ειδικής Αγωγής) του Beaumort-Sur-Oise, ως καθηγητής και ερευνητής. Στην αρχή αρκούμαι να διδάσκω όπως πριν. Στη συνέχεια, σιγά σιγά, ειδικεύομαι στα προβλήματα της ανάγνωσης και της σχολικής αποτυχίας των παιδιών και αρχίζω να εκπαιδεύω παιδαγωγούς για την ειδική αγωγή. Μελετώ σε βάθος τα προβλήματα της ανάγνωσης για να γίνω στη συνέχεια ένας ειδικός σ’ αυτόν τοντομέα.
Το δεύτερο είναι η ρήξη μου με τη Σαβίνα το 1960-61. Αντί να ονειρεύομαι άλλες γυναίκες, άλλες αγάπες, άλλες περιπέτειες, τις έχω. Συσωρεύω τις ερωτικές εμπειρίες. Αρχίζω να ζω αφού προηγουμένως είχα αρκεσθεί στο να ονειρεύομαι. Η ψυχολογία του έρωτα που έγινε στη συνέχεια η σεξουαλική απελευθέρωση (1975, εκδ. Payot) ήταν η συνέπεια.Ένα βιβλίο όπου θα έτεινα να πω όσα έμαθα αντί να εξαγριώνομαι εναντίον αυτών που παρακάμπτουν τον έρωτα.
Το τρίτο είναι η ανακάλυψη στα χρόνια του ’60 της αμερικανικής ψυχο-κοινωνιολογίας που θα μ’ οδηγούσε στη σύλληψη της θεσμικήςπαιδαγωγικής και στην πρακτική της μη-κατευθυντικότητας, που πράγματι εφήρμοσα από το 1963.
Εάν αυτή η υπόθεση είναι σωστή συναντά μια ιδέα που παρουσίασα προηγουμένως, όταν εξήγησα γιατί άρχισα να γράφω. Είπα ότι αυτό εξηγείται από την αναστάτωση που γνώρισα τα χρόνια του 1946-47 που αντιστοιχούσε σε μια εμπειρία απελευθέρωσης που ζούσα. Εδώ τα φαινόμενα είναι ίδια: μου χρειάζονταν νέες εμπειρίες – αυτές που είχα στα χρόνια 1961 -63 – για να μπορέσω να ξα-νακινηθώ προς τα εμπρός, να ξαναγίνω εκ νέου δημιουργικός. Και εάν δεν θυμούμαι το τι προηγήθηκε είναι γιατί αυτό συνέβη σ’ ένα πλαίσιο εντελώς διαφορετικό από εκείνο που χαρακτηρίσθηκε από τις εμπειρίες μου της δεκαετίας του ’60. Όπως το έδειξε ο Pierre Janet, δεν θυμόμαστε παρά ότι αντιστοιχεί στο σημερινό μας πλαίσιο. Η αρνητικότητα της περιόδου μου των 30 έως 40 ετών δεν εντάσσεται πια στη σημερινή μου ψυχολογία. Δεν επηρ-ρεάζομαι πια από τον Νίτσε -που καταρίπτει τον Χριστιανισμό- ούτε από τον Henri de Montherlant -που καταρίπτει τις γυναίκες- […].
Προσπαθώντας να ορίσω τα διάφορα θέματα της διανοητικής μου αναζήτησης, βρίσκω αυτά:
1 ) Το φιλοσοφικό θέμα της ζωής και της φύσης της ζωής. Το κείμενο το πιο χαρακτηριστικό απ’ αυτή την άποψη είναι αυτό που έγραψα πριν, λίγο καιρό πάνω στο πρόβλημα της συνείδησης (πέρασε μόλις ένας χρόνος, είμαστε στα 1988).
2) Το θέμα της ψυχολογικής δομής του ανθρώπου. Σημαντικό για μένα να ξαναχτίσω την ψυχολογία, να βγω από τα λαξευμένα μονοπάτια του φροϋδισμού. Το σημείο αναφοράς και εχθρός μου συγχρόνως είναι ο Φρόιντ, όπως ο Δαρβίνος ήταν η αναφορά μου για το προηγούμενο θέμα. Το έργο μου το πλέον τυπικό σ’ αυτό τον τομέα είναι αναμφισβήτητα Les forces profondes du moi (οι βαθύτερες δυνάμεις του εγώ), νομίζω του ’82-’83 (ναι, εδώ και περίπου πέντε, έξη χρόνια).
3) Το θέμα της ψυχο-κοινωνιολογίας, της κοινωνικής ψυχολογίας, των επιρροών, της δράσης του περιβάλλοντος πάνω στον άνθρωπο. Πρόβλημα πιο πρόσφατο από αυτό των ψυχολογικών δομών. Τα γραπτά μου απ’ αυτή την άποψη χωρίζονται σε τρία μέρη.
α. Γενική θεωρία της επιρροής: Priorité à Γ education (Προτεραιότητα στην παιδεία), (αδύνατο να βρω την ακριβή ημερομηνία· θυμούμαι μια συνέντευξη με τον Jacques Bousquet στην Ισπανία, όπου μιλούσα γι’ αυτό το βιβλίο. Άρα είναι γύρω στα 1968 που το δημοσίευσα). Πρόκειται επίσης για θεωρία της εκπαίδευσης ως σύστημα ιδιαίτερο επιρροής.
β. Θεωρία του αυταρχισμού και των μορφών του. Το έργο εδώ είναι τοPour ou Contre Γ autorité (υπέρ ή κατά του αυταρχισμού) το οποίο παρουσιάσθηκε γύρω στα 1972-73 (αδύνατον ακόμη να θυμηθώ την ακριβή ημερομηνία).
γ. Θεωρία των επιρροών γενικά, δηλαδή το μεγάλο μου μη δημοσιευμένο βιβλίο (το οποίο δεν θα δημοσιευθεί ποτέ γιατί είναι συνοθύλευμα απίστευτο, όμως παρ’ όλα αυτά πολύ δομημένο απ’ το οποίο ήδη παρουσίασα το L’ influence des modèles (η επιρροή των μοντέλων), πάνω στις επιρροές, και επίσης η σημερινή του προέκταση πάνω στην οποία εδώ και 2-3 χρόνια και που κατευθύνεται προς την ψυχο-ιστορία, την ανθρωπολογία, κλπ. Είναι επίσης η ιστορία των μεγάλων ανθρώπων (ιδιαίτερα το κείμενο μου la fabrique des génies) (η παραγωγή των ιδιοφυϊών) το οποίο οφείλει να ενσωματωθεί στην συνέχεια στα δοκίμια της ψυχο-ιστορίας που θάχει δεν γνωρίζω κι εγώ πόσους τόμους). Γράφοντας αυτά αντιλαμβάνομαι ότι εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο μου ενδιαφέρον το οποίο “κινδυνεύει” να πάρει την πρώτη θέση στο μέλλον, τουλάχιστο στην καθαρά πνευ-ματκή διανοητική μου παραγωγή.
δ. Το θέμα του τρόπου ζωής, της πρακτικής αντίληψης της ζωής.Έλεγα στη Maria-Antonio*: H ηθική και η φι λοσοφία της, αλλά αυτή παρατήρησε ότι στην Ισπανίο αυτές οι λέξεις έχουν χροιά καθαρά καθημερινά (pejorative) (δηλ. γι’ αυτήν, για μένα, παραδοσιακά…) Είναι πολύ σημαντικό για μένα. Τοποθετούμαι σττ γραμμή του Επίκουρου, αυτού του παραγνωρισμένοι στοχαστή. Επιβεβαιώνω την πρωτεύουσα θέση της επιθυμίας (désir) και κυρίως της ευχαρίστησης (plaisir) Δεν υπάρχουν πολλά ρητά κείμενα μου πάνω σ’ αυτό θέμα, αλλά βρίσκεται σε όλο μου το έργο, ιδιαίτερα λογοτεχνικό, και διαμέσου της ζωής μου. Πρόκειται για το πρόβλημα της σύνδεσης μεταξύ της διανοτικής και λογοτεχνικής μου παραγωγής στο οποίο θα επανέλθω στη συνέχεια.
ε. Το θέμα της ψυχοθεραπείας, των ομάδων, της ανθρώπινης ανάπτυξης, θέμα πρακτικό που συνδέεται με το επάγγελμα μου του εμψυχωτή και του ψυχοθεραπευτή, αλλά για το οποίο έχω γράψει πολλά, π.χ. στο L’ animation non-directive des groupes (H μη-κατευθυ-ντική εμψύχωση των ομάδων). Πρόσφατα έκανα ένα βιβλίο όπου συγκέντρωσα κείμενα λιγότερο ή περισσότερο θεωρητικά πάνω σ’ αυτό το θέμα και αυτό το είδος ημερολογίου για την επαγγελματική μου ζωή που παρουσιάσθηκε με το Apprendre à vivre (Μαθαίνω να ζω) ….θα ονομασθεί L’ écoute du désir (H ακρόαση της επιθυμίας).
ζ. Το θέμα του σχολείου. Είναι πιθανώς το πιο παλιό, συνδεόμενο με το επάγγελμα μου του καθηγητή και με όλα τα γεγονότα που συνέβησαν το 1948, με την εμπλοκή μου στο πανεπιστήμιο, κλπ. Το πρώτο βιβλίο μου που εκδόθηκε και που είχε μεγάλη επιτυχία, La pédagogie institutionnelle (H θεσμική παιδαγωγική, 1965). Πρόσφατα δημοσίευσα στον εκδοτικό οίκο που ίδρυσα με τον Patrick (“Psy-energie”, αλλά είναι πραγματικά ένας εκδοτικός οίκος;) ένα βιβλίο σύνθεσης κειμένων που γράφηκαν μετά το 1968 (και ορισμένα δημοσιεύθηκαν), που ονομάζεται A quoi sert Γécole? (Σε τι χρησιμεύει το σχολείο;). (“Σε τίποτα” απαντούν αυθόρμητα πολλοί στους οποίους απλά παρουσιάζω τον τίτλο του βιβίου).
Το θέμα της ανάγνωσης, για παιδιά και για ενήλικες, μέσα σ’ ένα πνεύμα ή μη, επανεκπαίδευσης. Πρόκειται για το αποτέλεσμα 10 ετών εργασίας πάνω σ’ αυτό το θέμα στο Beaumont Sur Oise. Είχα παθιαστεί μ’ αυτό. Είχα επίσης δημιουργήσει μια ομάδα εργασίας (γύρω στα 1968) η οποία παρουσίασε την πρώτη γαλλική μέθοδο ταχείας ανάγνωσης η οποία χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα (η μέθοδος CELER). Αυτό συναντά επίσης το θέμα της κουλτούρας που συνδέεται πολύ με τοπρόβλημα των επιρροών αλλά που έχει επίσης μια σημαντική πρακτική πλευρά. Το ουσιαστικότερο βιβλίο σ’ αυτό τον τομέα είναι το Troubles de la langue écrite et remèdes) (Διαταραχές της γραπτής γλώσσας και αντιμετώπιση τους, περί τα 1970).
Μπορεί κανείς να εκπλαγεί από το ότι σ’ αυτή τη θεώρηση των θεμάτων των διανοητικών μου ενδιαφερόντων δεν αναφέρω τη σεξουαλικότητα παρ’ όλο που μ’ ενδιαφέρει παθιασμένα και για την οποία έχω γράψει πολλά και μάλιστα έχω επινοήσει και πρακτικές. Στην πραγματικότητα αυτό το θέμα είναι διάχυτο μέσα σε πολλά άλλα, ιδιαίτερα σ’ αυτό των ψυχολογικών δομών (μελέτησα τη σχέση στο Les difficultés sexuelles de Γ adulte – οι σεξουαλικές δυσκολίες του ενήλικα-), είναι διάχυτο στο θέμα της θεραπείας και της ανάπτυξης, στο θέμα του τρόπου ζωής (ιδιαίτερα τον δικό μου. Θα επανέλθω στο γεγονός ότι έχω γράψει τουλάχιστο πέντε βιβλία πάνω στο συναισθηματικό και σεξουαλικό μου βίωμα). […]
Δεν θα επανέλθω θέμα προς θέμα (στα επτά θέματα που παρουσίασα). Θα ήταν κουραστικό και άχρηστο. Αντίθετα θα επιθυμούσα να ξαναβρώ τη συνέχεια των σκέψεων και ανακαλύψεων μου μετά τα χρόνια του ’60,δηλαδή απ’ όπου άρχισα πραγματικά να “παράγω” διανοητική ύλη.
Δεν είναι εύκολο να ξαναβρεθεί η συνέχεια. Αυτό που θα μπορούσε να φωτίσει τα πράγματα είναι να θεωρήσω τα γραπτά μου εκείνης της περιόδου, γραπτά πάνω στην ανάγνωση και στην ορθογραφία, La pédagogie institutionnelle, κι αυτό το βιβλίο για τον έρωτα που θα ονόμαζαPsychologie de Υ amour, έχουν μια οπτική αναμφισβήτητα πρακτική, ή ακριβέστερα, ξεκινούν από ένα βίωμα, αυτού του έρωτα, της παιδαγωγικής ή της επαν-εκπαίδευσης (ειδική αγωγή).
Είναι πράγματι το βίωμα που είναι εμπειριακό (expérientiel) και το οποίο θα μπορούσε να τροφοδοτήσει τη σκέψη μου.
Σε τι συνίσταται αυτό το βίωμα; Είναι ενδιαφέρον να το συγκρίνουμε μ’ αυτό που με είχε τροφοδοτήσει στα χρόνια του ’50, -10 ή 12 χρόνια προηγουμένως- τη στιγμή αυτή που ονόμασα “η αναστάτωση μου” (ή “το ξεσήκωμα μου”). Το πρώτο βίωμα-αυτό των χρόνων του ’50-ήταν καθαρά αρνητικό) απορριπτικό, εχθρικό.Έγκειτο στο να αποδεσμευθώ από τις παραδοσιακές αξίες: αυτές της καθολικής εκκλησίας και της οικογένειας μου.
Ανακάλυπτα την ελευθερία ή μάλλον την αξία της ελευθερίας. Είναι αυτό που ο Κώστας, ένας από τους Έλληνες μαθητές μου, ο οποίος έκανε μια διατριβή πάνω σ’ αυτό, ονομάζει συναίσθημα ελευθερίας.
Αλλά η ελευθερία είναι μια μορφή κενή εάν δεν τη γεμίσουμε με κάτι. Το να είσαι ελεύθερος έγκειται στο να είσαι διαθέσιμος για τόσα πράγματα που επινοούνται και βρίσκονται προοδευτικά. Και πράγματι, αισθανόμουν ελεύθερος, με την έννοια π.χ. ότι ονειρευόμουν διάφορους τύπους δυνατού έρωτα, ή σχέσεις δυνατές και αυθεκτικές με τους μαθητές μου στο λύκειο. Αλλά αρκούμουν, στην πραγματικότητα, στο να επαναλαμβάνω αυτά που όλος ο κόσμος έκανε. Πολύ γρήγορα, μετά την έξοδο μου από τους Δομινικανούς, συνάντησα τη Σαβίνα και παντρεύτηκα μαζί της στα 1952. Δυο κορίτσια θα γεννιόταν απ’ αυτή την ένωση […].
Όλα αυτά δεν ήταν ιδιαίτερα περιθωριακά ούτε αντι-κονφορμιστικά. Εάν η απελευθέρωση βρίσκονταν κάπου, αυτό ήταν μέσα στο κεφάλι μου, πράγμα που δεν είναι αμελητέο, αλλά που είναι ανεπαρκές.
Αντίθετα, τα χρόνια του ’60, ανακαλύπτω νέες μορφές ζωής στις οποίες η ελευθερία θα είναι όχι μόνο ένα όνειρο, μια προσδοκία, αλλά μια πραγματικότητα. Θέλω να πω ότι βρίσκω τα μέσα που μου επιτρέπουν να κάνω και να είμαι αποτελεσματικός και συγχρόνως ν’ αλλάζω, σύμφωνα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες μου. [..].
Η ελευθερία εδώ (στην επαγγελματική) όπως και στην ερωτική ζωή, δεν τίθεται στην υπηρεσία δεν ξέρω ποιας αενάου φυγής μη επιτρέπουσας ουδεμία συνάντηση, αλλά αντίθετα τίθεται στην υπηρεσία συναντήσεων τόσο πιο δυνατών όσο και ηθελημένων, επιλεγμένων, αποδε-κτέων.
Αυτό που είναι λοιπόν βασικό, στα χρόνια του ’60, πέρα από την ανακάλυψη της ελευθερίας, είναι η ανακάλυψη της Συνάντησης. Θέλω να πω μ’ αυτό ότι άρχισα να αντιλαμβάνομαι περισσότερο στην αρχή παρά να υλοποιώ – αυτό που μπορεί να είναι η αντιπαράθεση, η επαφή, η σύγκρουση μεταξύ δύο υπάρξεων, είτε σε μια προοπτική ερωτική, είτε σε οποιαδήποτε άλλη. Δηλαδή αρχίζω να πειραματίζομαι – πάντα σ’ ένα σχήμα βιωματικό (expérientiel) – την ανθρώπινη σχέση στη δύναμη καιστην πληρότητα της.
Απ’ αυτό θα προέλθει μια ωρισμένη αντίληψη, σε διανοητικό επίπεδο, η οποία θα γεννηθεί αυθόρμητα, μόνη της, δίχως προσπάθεια και δίχως μάλιστα να συνειδητοποιώ τη σχέση της με τη ζωή μου, και την οποία θα ονόμαζα πιθανώς τώρα ανθρωπιστική αντίληψη.
Σ’ αυτή την αντίληψη υπάρχουν δύο πόλοι αδιαχώριστοι που διατηρούν μια σχέση διαλεκτική και είναι συμπληρωματικοί. Στον ένα απ’ αυτούς υπάρχει η κατάφαση αυτού που είναι ο άνθρωπος ο ίδιος, ανεξάρτητα από το εξωτερικό του, μέσα στην εσωτερικότητα του, αν θαμπορούσα να το εκφράσω έτσι… Αυτή η ανθρώπινη ύπαρξη είναι: α. συναισθηματική και ενορμητική, β. προσανατολισμένη προς την ευχαρίστηση (plaisir) και γ. συνειδητή. Είναι σημαντικό να μη “περιορισθεί” ο άνθρωπος, όπως κάνουν όλες εκείνες οι θεωρίες που είτε δεν βλέπουν παρά τη γνωστική του πλευρά, είτε θέτουν σε πρώτο επίπεδο “την αρχή της πραγματικότητας”, είτε δεν αναγνωρίζουν την ουσιαστική του διαφάνεια. Στον άλλο πόλο, ας πούμε κοινωνικό ή psycho-κοινωνιολογικό, ο άνθρωπος είναι ανοικτός στον κόσμο και στα πράγματα, που έχουν πάνω του μια καθοριστική επιρροή, που τον διαμορφώνουν, που τον κατασκευάζουν, που κατά κάποιο τρόπο τον γεννούν. Αυτό με οδηγεί να αντιταχθώ είτε στις αντιλήψεις βιολογικού τύπου, που τα εξηγούν όλα διά του βιολογικού ντετερμινισμού, είτε στις συμπεριφοριστικές αντιλήψεις που τα εξηγούν όλα μέσα από τις εξωτερικές αντανακλαστικές εξαρτήσεις (conditionnements) δίχως να αναγνωρίζουν ουδεμία εσωτερικότητα.
Στα πρώτα μου έργα αυτής της περιόδου, στα οποία θα επανάλθω, αυτή η αντίληψη είναι παρούσα, έστω κι αν δεν μπορώ παρά τώρα να την μορφοποιήσω και να τη θεωρητικοποιήσω. Είναι παρούσα ολόκληρη και με όλες τις πλευρές. Αυτό σημαίνει ότι δεν σταματώ να μετακινούμαι από τη μια κατεύθυνση στην άλλη, από την καθαρά ψυχολογική ή της καθαρής ψυχολογίας ή της βασικής ψυχολογίας, στην ψυχοκοινωνιολογική κατεύθυνση κοινωνιολογική, κοινωνιο-πολιτική, κλπ. και αυτοί ποι θα με διαβάσουν θα αισθανθούν μπερδεμένοι, μη γνωρίζοντας σε ποιο Θεό να πιστέψουν, σε ποιον από αυτούς τους δύο αγίους (;) να αφιερωθούν.
Εάν προσθέσουμε σ’ αυτές τις δυο διαστάσεις και τττν πρακτική διάσταση, η οποία είναι επίσης παρούσα, αυτέ δίδει όχι δύο αλλά τρεις πόλους, μια τριάδα, την οποίο μπορώ να συμβολίσω με το παρακάτω σχήμα:
Ψυχολογία εσωτερικότητα Κοινωνιολογία
εξωτερικότητα
Πρακτική δράση
Στην πράξη, αν σκεφτούμε καλά, το ενδιαφέρον μου για τον άνθρωπο με οδηγεί να κατασκευάσω διανοητικά μια γενική θεωρία του ανθρώπου(de Γ être humain). Να μια διατύπωση που με ικανοποιεί για να ορίσω την επιστημονική μου παραγωγή. Εντύπωση ότι αυτό ταιριάζει, ότι έτσι είναι… ικανοποίηση…
Πρόκειται για ένα τεράστιο και μεγαλεπήβολο σχέδιο, πιθανώς υπερβολικά μεγαλεπήβολο, αλλά τι μπορώ να κάνω (;). Δεν είμαστε υπεύθυνοι για τη μοίρα μας. Την ζω επίσης σαν μια δύσκολη μοίρα.
Μια από τις κυριώτερες δυσκολίες ενός τέτοιου σχεδίου είναι ότι σε υποχρεώνει να διατρέξεις ή να αγκαλιάσεις ένα πεδίο τεράστιο, και μάλιστα αυτό το διπλό πεδίο που όρισα, δηλαδή τον άνθρωπο μέσα στην εσωτερικότητα του, μέσα του, και τον άνθρωπο μέσα στην εξωτερικότητα του, μέσα στη δυναμική σχέση του με το περιβάλλον. Σ’ αυτά τα δύο πεδία παίρνοντας τα χωριστά και πολύ περισσότερα παίρνοντας τα μαζί, άλλοι έχουν ήδη ψάξει, γράψει, προτείνει αντιλήψεις. Θα οδηγηθώ λοιπόν να τους συναντήσω και πολύ συχνά να τους αντιμετωπίσω. Θα έχω μεγάλους φίλους (τον Carl Rogers π.χ.) αλλά επίσης και μεγάλους εχθρούς. Θα είμαι υποχρεωμένος να δώσω μάχες, να υπερασπισθώ θέσεις* να επιτεθώ, να κάνω κριτική, να επιχειρηματολογήσω.
Είναι μια σημαντική μου πλευρά που συχνά μου την έχουν προσάψει, πιο συχνά απ’ ότι αρέσει. Μου έχουν πει π.χ. ότι μιλώ με μέλι αλλά γράφω με βιτριόλι. Είναι αλήθεια ότι όλοι όσοι με συναναστρέφονται διαπιστώνουν την γλυκύτητα και την ειρηνικότητά μου ενώ αυτοί που με διαβάζουν συχνά δεν κατανοούν τους αγώνες που κάνω ή γιατί τους κάνω, ή σκέφτονται ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει λόγος να θυμώνων τόσο πολύ, κ.λ.π. Πράγματι αισθάνομαι σαν ένας αγωνιστής. Υπάρχει κάτι το στρατιωτικό μέσα μου, κάτι απ’ το “κριάρι” (οωροσκόπος μου). Μου αρέσει ο αγώνας και μου αρέσει η νίκη.
Όμως, αυτό που δεν βλέπουν όσοι μου προσάπτουν αυτή την αγωνιστική μου πλευρά, είναι το ότι τιμώ τους αντιπάλους μου πολεμώντας τους. Αυτό πάει να πει ότι τους παίρνω στα σοβαρά, παραδείγματος χάριν πολεμώντας τον Φρόιντ όπως το κάνω, πιστεύω ότι τον τιμώ περισσότερο απ* όλους αυτούς που τον αντιλαμβάνονται σαν ένα λάβαρο, που τον επαναλαμβάνουν ως κατήχηση, που τον εκμεταλλεύονται σαν λατομείο.
Γιατί λοιπόν πολεμώ. Νομίζω ότι η αιτία για την οποία πολεμώ αξίζει τον πόλεμο γι’ αυτήν. Επιτίθεμαι πράγματι σε όλους όσους μου φαίνεται ότι εφαρμόζουν ένα είδος περιορισμού στον τομέα των ανθρωπίνων επιστημών, δηλαδή όλους αυτούς που “περιορίζουν” (réduisent) τον άνθρωπο, που δεν τον αναγνωρίζουν σ’ αυτό που είναι, τον μετατρέπουν σε καρικατούρα.
Υπάρχουν δύο είδη τέτοιου περιορισμού και συναντώνται τόσο στην καθαρή ψυχολογία όσο και στην κοινωνική ψυχολογία ή στην κοινωνιολογία.
Τον πρώτο τύπο τον ονομάζω περιορισμό από παράλειψη. Το δεύτερο τύπο (τον πλέον σοβαρό) τον ονομάζω περιορισμό από αφομείωση.
Ο περιορισμός από παράλειψη συνίσταται στο να μη δεις παρά μόνο μία πλευρά -αληθινή- ενός πράγματος και να δεις αυτό το πράγμα να περιορίζεται σ’ αυτό. Είναι ένα είδος μυωπίας, η οποία όμως έχει αξία προς το ότι τονίζει μια αληθινή πλευρά της πραγματικότητας, έστω και αν αυτή είναι μερική. Ο περιορισμός από αφομείωση παρεμβαίνει όταν επιχειρούμε να εξηγήσουμε τη λειτουργία του πράγματος αυτού, ή ως αρχές του ή την εξέλιξη του. Χρησιμοποιούμε τότε ένα σχήμα ισχύον για άλλες πραγματικότητες αλλά όχι γι’ αυτήν που έχουμε μπροστά μας. Τη μεταφέρουμε σε κάποιο άλλο πράγμα, συχνά κατώτερου επιπέδου.
Ο περιορισμός από παράληψη συναντάται σε όλες τις αντιλήψεις οι οποίες, στην καθαρή ψυχολογία ή στην κοινωνική ψυχολογία, δεν βλέπουν στον άνθρωπο παρά μόνο την σωματική του πλευρά, την φυσική, την βιολογική. Είναι οι αντιλήψεις που κάνουν τον άνθρωπο είτε ένα είδος μηχανής επικεντρωμένης στην αυτοδιατήρησή της και στη γνώση της – στην καθαρή ψυχολογία – είτε τον κάνουν το προϊόν της γενετικής κληρονομικότητας ή των φυσικών εξαρτημένων αντανακλαστικών στην κοινωνική ψυχολογία (περισσότερο ως προς το πρόβλημα των σχέσεων με το περιβάλλον).
Αυτές είναι οι πρώτες αντιλήψεις στις οποίες επιτέθηκα π.χ. στα δύο βιβλία που ακολούθησαν την θεσμική παιδαγωγική, στα χρόνια ’60 με 70, δηλαδή στο Les effets de Υ education (Τα αποτελέσματα της παιδείας) και στο L’ intelligence et ses formes (H νόηση και οι μορφές της). Προσπαθώ να δείξω ότι οι ανθρώπινες ενορμήσεις δεν οδηγούνται στις ενορμήσεις επιβίωσης και ότι η νόηση δεν ορίζεται ως μηχανή που επιτρέπει τη γνώση (αντίληψη του Bergson). Στη μια όπως και στην άλλη περίπτωση υπεισέρχεται μια βασική δημιουργικότητα που επιτρέπει την επινόηση νέων μορφών και νέων αξιών.
Επίσης στην κοινωνική ψυχολογία επιτίθεμαι στα χρόνια ’60 με 70 σε όλους όσους δεν θέλουν να δουν τη νόηση, το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά μας, πέρα από ένα προϊόν των γενετικών επιρροών. Δείχνω ότι αυτό δεν αντιστοιχεί στις πολυπληθείς ανακαλύψεις από το 1960 (π.χ. αυτές του Cyrill Burt) που παρουσιάζουν το στενό συσχετισμό μεταξύ του κοινωνικοπολιτιστικού περιβάλλοντος και των ψυχικών φαινομένων, και από την άλλη, δεν αντιστοιχεί επίσης στα όλο και περισσότερα δεδομένα της ψυχολογίας του παιδιού (π.χ. του T.G.R.Bower).
Στο priorité à Γ éducation (1970), βιβλίο πολύ σημαντικό για μένα, επεξεργάζομαι μια διατύπωση που επιτρέπει τη συμφιλίωση μεταξύ των υπαρχόντων κληρονομικών δεδομένων και την προφανή κατάφαση στοότι όλα έρχονται απ’ το περιβάλλον, δηλαδή η θεωρία του εσωτερικού και εξωτερικού περιβάλλοντος. Δείχνω ότι η κληρονομικότητα δεν κάνει τίποτα πέρα απ’ το να καθορίζει τα σημαντικά φαινόμενα τα οποία βιώνονται απ’ τον ψυχισμό ως εξωτερικά στοιχεία, όπως και το περιβάλλον το ίδιο. Αρα η κληρονομικότητα δεν καθορίζει άμεσα τον ψυχισμό. Θέλω να πω ότι: δεν υπάρχει ψυχολογική κληρονομικότητα με την υπογραμμισμένη σημασία του όρου.
Στο ίδιο βιβλίο τείνω να επεξεργασθώ μια χαρακτηρο-λογία στηριζόμενη ακριβώς πάνω στις σχέσεις του ανθρώπου με το περιβάλλον (θεωρία δύο αξόνων: “ανθρώπινου” και “τεχνικού”). Αυτή η χαρακτηρολογία θα παίξει κεφαλαιώδη ρόλο στις μετέπειτα επεξεργασίες μου, ιδιαίτερα σε όλες όσες κάνω σήμερα στην ανθρωπολογία (και ψυχο-ιστορία) (1988).
Από το 1971-72 ανοίγεται για μένα μια νέα περίοδος που χαρακτηρίζεται όπως θα δούμε από την επανεμφάνιση της λογοτεχνικής μου ευαισθησίας. Αλλά είναι επίσης η στιγμή όπου επιτίθεμαι στις μορφές περιορισμού από αφομοίωση και ιδιαίτερα σ’ αυτούς τους δύο μεγάλους θεωρητικούς: Μαρξ και Φρό\)ντ.
Δεν έχουμε τελειώσει -όχι μόνο εγώ- την εκκαθάριση της κληρονομιάς του 19ου αιώνα.Ένας συγγραφέας μίλησε για “ηλίθιο 19ο αιώνα”. Πράγματι, μου φαίνεται ότι πάσει θυσία πρέπει να βγούμε από τα περιοριστικά σχήματα του Μαρξ και του Φρόϋντ εάν θέλουμε να προοδεύσουμε στις ανθρώπινες επιστήμες.
Βαθύτερα, ίσως θάπρεπε πρώτ’ απ’ όλα να γίνει επίθεση στο Δαρβίνο. Όχι αυτόν, “της θεωρίας της εξέλιξης των ειδών” (ο άνθρωπος προέρχεται απ’ τον πίθηκο) αλλά στο Δαρβίνο της “φυσικής επιλογής” (αρχή εξήγησης των πάντων που δεν εξηγεί τίποτα). Ένας σύγχρονοςσυγγραφέας που πρόσφατα συνάντησα, ο Maurice Β lin, σ’ ένα βιβλίο που εκπλήσσει και που ονομάζεται Le travail et les dieux (H εργασία και οι θεοί) εξηγεί διά μακρών ότι η διαμόρφωση των ειδών δεν έγινε από τη δημιουργία μορφών που θα είχαν να καταλάβουν ένα χώρο και να χρησιμοποιήσουν τις ίδιες πηγές επιβίωσης, που θα ήταν λοιπόν σε ανταγωνισμό, αλλά αντίθετα από τη δημιουργία μορφών τόσο διαφοροποιημένων και τόσο αυθεντικών ώστε να μπορούν όλες να βρουν το δικό τους χώρο και τις δικές τους πηγές. Βέβαια, αυτά τα είδη ζουν τα μεν πάνω στα δε και τρέφονται τα μεν από τα δε, πράγμα που τους επιτρέπει να περιορίζονται αλλά που δεν οδηγούνται όμως σε ζωτικό ανταγωνισμό. Είναι π.χ. σπάνιο να χρησιμοποιούν τις ίδιες πηγές διατροφής και τα ίδια υλικά.
Αυτό στηρίζεται στο γεγονός ότι η ζωή δεν αναζητεί να επιλύσει προβλήματα προσαρμογής, όπως βέβαιων ο Δαρβίνος, αλλά να δημιουργήσει μορφές. Εάν έψαχνε μόνο να λύσει προβλήματα προσαρμογής, δεν θα δημιουργούσε αυτές τις σύνθετες και κλειστές μορφές, θέτοντας μεγάλα προβλήματα προσαρμογής, όπως είναι ακριβώς ο άνθρωπος. Θα αρκούνταν στις μορφές τι πλέον απλές και πρωτογενείς, απείρως ευκολώτερα προσαρμόσιμες….
Αυτό που παραμένει στη θεωρία του Δαρβίνου είναι ότι οι ζώσες μορφές, ακριβώς διότι δεν ασκούν “πιέσεις επιλογής” απλά επινοούν σύνθετες μορφές μέσα στη σχέση οργανισμός-περιβάλλον, συναντούν αναπόφευκτα δύσκολα προβλήματα προσαρμογής. Αυτές που συναντούν τα πιο έντονα προβλήματα είναι οι μορφές οι πλέον υψηλές. Είναι επίσης αυτές οι ενδιάμεσες μορφές που υλοποιούν βέβαια συνθέσεις ενδιαφέρουσες αλλά που δεν είναι ακόμη βιώσιμες. Υπάρχουν λοιπόν απειλές γ αυτά τα είδη και ένα είδος “φυσικής επιλογής”. Αυτό δεσυνιστά μια αρχή εξέλιξης και προόδου αλλά περισσότερο μια αρχή εξαφάνισης για ωρισμένα είδη και κυρίως ατόμων ασθενικών ενός δεδομένου είδους. Παίζει ρόλο συμπληρωματικό σε σχέση με μια άλλη αρχή, αυτής τη “μέγιστης διαφοροποίησης των μορφών” και υποθέτει την ύπαρξη αυτής της άλλης αρχής.
Είναι αυτή η άλλη αρχή που ο Μαρξ και ο Φρόϋντ στις ανθρώπινες επιστήμες αγνόησαν ή δεν της έδωσαν τη πρέπουσα σημασία. Και ο &ας και ο άλλος δέχονται, κα τά βάθος, την ύπαρξη ενός “φυσικού” ενορμητικού κό σμου, δεδομένου στη γέννηση, αποτέλεσμα της κλήρο-νομικότητας και εφαρμόζουν στη συνέχεια, όταν αναζητούν να εξηγήσουν τη λειτουργία του ανθρώπου, σχήμα τα ισχύοντα αλλού, αλλά όχι στον ανθρώπινο τομέα.
Ο Φρόϋντ με τη θεωρία του του ασυνείδητου πηγαίνει ενάντια στα πλέον προφανή δεδομένα, δηλαδή στο ότι συμπεριφορά μας καθορίζεται από τα σύγχρονα συναισθήματά μας (affects), που είναι συνειδητά, βιωμένα τ στιγμή την ίδια που ενεργούμε. Αυτό το προφανές δεδομένο είναι βασικό διότι σημαίνει ότι δεν είμαστε ξένο προς τον ίδιο μας τον εαυτό, εξωτερικά σε μας, μέσα σε ένα “en-soi” όπως θάλεγε ο Σαρτρ, με τον τρόπο που είναι εξωτερική στον εαυτό της μια πέτρα. Επισκοπούμαστε συνεχώς, με την έννοια ότι έχουμε συνείδηση, όχι όλων όσων συμβαίνουν μέσα μας (υπάρχει ένα υποσυνείδητο με την έννοια που του δίδει ο Pierre Janet), αλλά της (συναισθηματικής) αξίας αυτού που συμβαίνει για μας “εδώ και τώρα”.
Ο Φρόϋντ συμμαχεί μ’ ένα σχήμα μηχανιστικό, αυτού της “αποτύπωσης”, που το εξηγεί άλλωστε διά μακρών και τείνει να το δικαιολογήσει στο Au-delà du principe de plaisir (Πέρα από την αρχή της ηδονής). Σύμφωνα μ’ αυτό το σχήμα το γεγονός που βιώνεται στην παιδική ηλικία, π.χ. τα συναισθήματα για τη μητέρα (οιδιπόδειο), παρ’ όλο που ξεχνιούνται, εγγράφονται κάπου μέσα μας και τείνουν να επανεμφανισθούν δίχως μάλιστα να γνωρίζουμε ότι τείνουν να επανεμφανισθούν. Ενεργούν μέσα μας εν αγνοία μας, όχι μόνο με την έννοια των δυνάμεων που μας ωθούν αλλά επίσης και με την άννοια τηςαξίας που προσδίδουν στις ενέργειες μας, αλλά που δεν την αναγνωρίζουμε από μόνοι μας.
Αυτό το φροϋδικό σχήμα και η κριτική, που μπορούμε να του κάνουμε, δεν τα είχα αντιληφθεί εξ αρχής. Άρχισαν να ξεκαθαρίζουν όταν άρχισα να γράφω αυτό το είδος ημερολογίου-δοκιμίου, στο οποίο έκαμνα ο ίδιος διήγηση της έρευνας, επιμένοντας στις υποκειμενικές και υπαρξιακές της πλευρές, και που έδωσα για τίτλο στη συνέχεια Ma vision de Γ homme(Το όραμα μου για τον άνθρωπο), και το οποίο δεν έχει εκδοθεί (προσπάθησα να το δημοσιεύσω σε μια συλλογή που διευθύνει ο φίλοςκαι πρώην ψυχαναλυτής μου Jacques Donnars, αλλά δεν τα κατάφερα τελικά).
Ξανάπιασα το πρόβλημα του ασυνείδητου πολλές φορές αλλά ιδιαίτερα επέμεινα σ’ ένα κείμενο που έγραψα πρόσφατα και που ονομάζεται Le problème de la conscience (το πρόβλημα της συνείδησης). (Το έστειλα σε πολλούς εκδότες οι οποίοι ούτε που μ’ απάντησαν. Ποιος ενδιαφέρεται για το πρόβλημα της συνείδησης;;)
Το βιβλίο το πιο σημαντικό που έχω γράψει και στο οποίο παρουσιάζω μια εναλλακτική πρόταση στη φρϋδική θεωρία και μια βαθειά κριτική αυτής είναι το Les forces profondes du moi (οι βαθύτερες δυνάμεις του εγώ) το οποίο γράφτηκε το 1981-82. Αρνήθηκαν να το δημοσιεύσουν πολλοί ειδικοί εκδότες και τελικά έγινε δεκτό από ένα εκδότη “οικονομικών βιβλίων”!
Όσον αφορά τη μαρξιστική θεωρία μόνο σήμερα (1988) αρχίζω να της επιτίθεμαι στο L’ Humanité en marche (H ανθρωπότητα εν κινήσει), το οποίο είναι μια σειρά δοκιμίων που άρχισα εδώ και δυο-τρία χρόνια και το οποίο παίρνει τώρα πραγματική μορφή. Είναι μια προσπάθεια για να παρατηρήσω τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος και πιο ειδικά η ανθρώπινη κοινωνία κατασκευάστηκε σιγά σιγά ξεκινώντας απ’ το περιβάλλον της.
Σ’ αυτό το βιβλίο κάνω κριτική στη μαρξιστική θέση για την προτεραιότητα που δίνει στην υποδομή ή ακόμα στην επιρροή των δυνάμεων παραγωγής μεταφέροντας τις σ’ ένα σχήμα αντανακλαστικής εξάρτησης ήδη χρησιμοποιημένο από το Hobbes, τον Rousseau και άλλους, και που μορφοποιήθηκε απ’ τον Ι. Pavlov με τις εργασίες του στην πειραματική ψυχολογία.
Το σφάλμα του Μαρξ δεν έγκειται στο ότι δέχεται ένα καθορισμό που εξέρχεται από τον τεχνολογικό εξοπλισμό και τις υλικές και κοινωνικές συνθήκες, αλλά στο ότι σκέπτεται ότι δεν υπάρχει παρά μόνο αυτό, ότι η ανθρώπινη ιστορία εξηγείται ολοκληρωτικά απ’ αυτό (ιστορικός κύκλος). Επιχειρώ να δείξω ότι πρέπει να παραταθεί σ’ αυτό το σχήμα ένα άλλο, πολύ πιο βασικό που το ονομάζω εμπειριακό (experiential). Πρόκειται για ένα μηχανισμό, μελετημένο πολύ λίγο στην ψυχολογία, διά του οποίου ο άνθρωπος μετατρέπει σε συγκινησιακό του βίωμα (προς αρνητική ή θετική κατεύθυνση), και σε εσωτερικευμένες συναισθηματικές αντιδράσεις, την επαφή με μια εξωτερική κατάσταση, πράγμα που τονοδηγεί στη συνέχεια να αναζητεί ή να αποφεύγει αυτή την κατάσταση (επίπεδο της δράσης σε αντίθεση με το επίπεδο του συναισθήματος). Με αυτό τον τρόπο το εξωτερικό περιβάλλον εισάγεται, για να το πούμε έτσι, στην καρδιά του ατόμου διότι καθορίζει τις αντιδράσεις του που το αγγίζουν στο κέντρο του εαυτού του και οι οποίες θα κατευθύνουν τη συμπεριφορά του. Δηλαδή δεν προσάπτω στον Μαρξ την υπερβολή της επιρροής του περιβάλλοντος αλλά αντίθετα το ότι την ελαχιστοποίησε. Γι’ αυτόν, πράγματι, το περιβάλλον δεν αγγίζει την ίδια τη δομή του ατόμου διότι αυτή εξαρτάται από “φυσικά” και βιολογικά δεδομένα. Αγγίζει αντίθετα τη συγκεκριμένη προσαρμογή αυτής της δομής. Πράγμα που τελικά καθιστά το περιβάλλον καθαρή “υποδομή”, διότι δεν το αντιλαμβάνεται ξεκάθαρα και εξαρχής ως ψυχολογικό σύστημα, ως πολιτισμό, ως ιδεώδες. Στην οπτική μου αυτά υπάρχουν τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος.
Ας επανέλθουμε όμως στον Δαρβίνο διότι πιθανόν δεν είναι καθαρό στον αναγνώστη γιατί προσεγγίζω σ’ αυτόν τον Μαρξ και τον Φρόυντ, Ο λόγος είναι ότι τους κατηγορώ ότι παραγνώρισαν την ιδιαιτερότητα του ανθρώπινου φαινομένου, ακριβώς όπως ο Δαρβίνος δεν είδε ότι η εξέλιξη των ειδών γινόταν μέσω της διαφοροποίησης και της δημιουργίας νέων μορφών, πιστεύοντας λανθασμένα ότι δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο παρά μια “επιλογή”.
Ο Φρόϋντ, προσπάθησα να το δείξω στο Les forces profondes du moi,χρησιμοποιεί στην ψυχολογία ένα σχήμα φυσικής, άρα περιοριστικό. Ο τρόπος με τον οποίο εξηγεί την ανθρώπινη συμπεριφορά είναι ο ίδιος με αυτόν του φυσικού κόσμου: μια κατάσταση δημιουργείται (π.χ. μια προσκόληση στη μητέρα) η οποία διατηρείται, παρόλο που μεταμφιέζεται από άλλες μεταγενέστερες και επανεμφανίζεται υπό μορφή μετεστραμένη (συμβολική), καμουφλαρισμένη, μη αναγνωρίσιμη στησυνέχεια. Με τον ίδιο τρόπο, μια γεωλογική στρώση δεν εξαφανίζεται αλλά μεταμφιέζεται από άλλες στρώσεις, πράγμα που εξηγεί το ότι μπορεί να επανεμφανισθεί π.χ. στη συνέχεια γεωλογικών ανακατατάξεων.
Ο Φρόΐντ δεν βλέπει ότι υπάρχει μια άλλη λειτουργία στον άνθρωπο η οποία δεν είναι κυβερνητική και ανα-δραστικού τύπου όπως συχνά λέγεται αλλά λειτουργία μιας σχέσης μη προκαθοριζόμενης, δηλαδή αυτόνομης: αυτό το στοιχείο Α δεν εξαρτάται από κάποιο υπόστρωμα ή μια περιβάλλουσα κατάσταση η οποία μετά από πολύ χρόνο θα το έφερνε κατά τύχη σε επαφή με ένα άλλο στοιχείο Β, αλλά είναι οργανικά συνδεδεμένο μ’ αυτό (το Α με το Β), με τέτοιο τρόπο ώστε να συνιστούν ένα ζεύγος αχώριστο το οποίο λειτουργεί αναγκαστικά στο εδώ και τώρα. Αυτό έχει ήδη υλοποιηθεί τεχνητά στη μηχανή, με τη διαφορά όμως ότι η μηχανή εξαρτάται από μια εξωτερική συντήρηση ενώ ο άνθρωπος αυτο-συντηρείται. Ο δεσμός που υφίσταται στον άνθρωπο μεταξύ της πράξης(Γ acte) και το εσωτερικό συναίσθημα που το στηρίζει και το παράγει – βιωμένο συναίσθημα, συν-αισθανόμενο, του οποίου έχω την εμπειρία συγχρόνως – είναι ένας βασικός οργανικός δεσμός. Το επαληθεύουμε εκατό χιλιάδες φορές τη μέρα.
Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τον Μαρξ. Η λει τουργία διά της αντανακλαστικής αντίδρασης η οποία βεβαίως υπάρχει στον άνθρωπο, δεν είναι παρ’ όλα αυτί αποκλειστικά ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Τη βρίσκου με όχι μόνο στο ζωϊκό και φυτικό κόσμο αλλά επίσης κα στον υλικό κόσμο των αντικειμένων. Δεν πρόκειται πα ρά για την εγκαθίδρυση ενός σήματος. Το σκυλί που βλέ· πει το φως και το συνδέει με την παρουσίαση της τροφής την προβλέπει και αρχίζει η έκκριση της σιέλου. Η έκκρι· ση αυτή είναι μια αντίδραση “φυσική” η οποία δεν μαθαίνεται. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με χιλιάδες κινήσεις, χειρονομίες και συμπεριφορές μη δεδομένες απ’ τη> φύση οι οποίες πραγματικά απαιτείται να μαθευτούν Αυτό γίνεται μέσω ενός άλλου μηχανισμού που ονομάσαμε “μάθηση”, έστω και αν συχνά οδηγείται στη σχέστη μεταξύ συμπεριφοράς και “αμοιβής”. Αλλά και αυτή “αμοιβή” επίσης έχει μαθευτεί, ή καλύτερα έχει μαθευτεί η αξία της, το ενδιαφέρον που έχει για το άτομο. Επανερχόμαστε στον εμπειριακό (enpérientiel), μηχανισμόπου ήδη αναφέραμε.
Ο Μαρξ δεν εντόπισε τον κινητήρα της ανθρώπινης ιστορίας, ο οποίος την οδήγησε σε ευμενείς ή σε δυσμενείς συνθήκες. Δεν είδε ότι η ανθρώπινη ιστορία γίνεται από τον άνθρωπο τον ίδιο, ο οποίος ερχόμενος αντιμέτωπος με το φυσικό του περιβάλλον και μ’ αυτή του την ίδια την ιστορία, αντιδρά όχι μόνο μετατρέποντας τη δράση του, αλλά σταθεροποιώντας αναπαραστάσεις και συναισθήματα σε συμφωνία με αυτές τις καταστάσεις. Κι αυτός λοιπόν λειτούργησε περιοριστικά.
Αντιλαμβάνομαι ότι μιλώντας για τις θεωρίες μου, απέχω πολύ από το να παρουσιάσω όλες τις διανοητικές δραστηριότητες μου. Αυτό με εκπλήσσει. Δε μίλησα για τις ερευνητικές μου δραστηριότητες οι οποίες κατέχουν θέση πολύ σημαντική στη ζωή μου και απασχολούν ένα μεγάλο μέρος του χρόνου μου.
Αρχικά είπα ότι θα ήταν μόνο ένα παράρτημα της θεωρητικής μου σκέψης. Αλλά όσο σκέφτομαι τόσο περισσότερο αντιλαμβάνομαι ότι δεν είναι έτσι. Είναι σαν ένα ειδικό νήμα το οποίο δεν υπακούει στους ίδιους νόμους με τη θεωρητική δραστηριότητα. Σε ποιους νόμους όμωςυπακούει;
Στην πράξη η δραστηριότητα της έρευνας εμφανίζεται σε μένα συγχρόνως με τη λογοτεχνική, δηλαδή τη στιγμή της μεγάλης “αναστάτωσης”. Ήδη από το ’49-’50 αρχίζω ένα είδος ημερολόγιου το οποίο δεν είναι μόνο ένα “προσωπικό ημερολόγιο” αλλά είναι επίσης παρατήρηση ή, όπως το ονόμαζα τότε, “φιλοσοφικό ημερολόγιο”. Ο όρος μου είχε υποδειχθεί από τον Raymond Ruyer, αυτόν τον καθηγητή-συγγραφέα-φιλόσοφο που θαυμάζω και ο οποίος με επηρέασε πολύ.Ήταν οικογενειακός φίλος της Σαβίνας (η πρώτη γυναίκα μου). Μου είχε πει ‘Όφείλετε να κρατήσετε ένα “φιλοσοφικό ημερολόγιο”, να γράφετε κάθε μέρα τις σκέψεις σας, τις παρατηρήσεις σας, κ.λ.π.”. Και έτσι έκανα. […].
Περίπου για 10 χρόνια, από το 1946 ως το 1956, αυτή η έρευνα παραμένει μερική, αποσπασματική, με χροιά έντονα λογοτεχνική. […].
Στα 1956 επιτυγχάνω την agrégation φιλοσοφίας (δοκιμασία τερατώδης στην οποία αποδίδεται τεράστια αξία και στην οποία επιτυγχάνω δίχως αμφιβολία χάρη στην αδάμαστη θέληση και ενεργητικότητα μου παρά στο διανοητικό μου σφρίγος) και νέες πόρτες ανοίγονται μπροστά μου, δίχως καμία σχέση μ’ αυτή τη δοκιμασία. Πρώτ’ απ’ όλα η πρώτη μου κόρη Συλβή γίνεται 3 ετών το 1956 και, καθώς γίνομαι καθηγητής ψυχοπαιδαγωγικής στην ακαδημία του Arras (στα βόρεια της Γαλλίας), ενδιαφέρομαι για την εξέλιξη της. Αρχίζω λοιπόν ένα ημερολόγιο παρατήρησης που θα συνεχίσω μέχρι το ’60-’61, τη στιγμή του χωρισμού μου με τη Σαβίνα. Στα 1956 γεννιέται η δεύτερη κόρη, Σοφία, την οποία αρχίζω να παρατηρώ ακόμη περισσότερο παίρνοντας χιλιάδες σημειώσεις στις οποίες προσθέτω εκατοντάδες σχέδια (μια διδακτορική διατριβή άρχισε πρόσφατα μ’ αυτά).
– ην ίδια στιγμή αρχίζω να κατασκευάζω δοκιμασίες “προβλητικού” τύπου για να γνωρίσω τη διανοητική ζωή των μαθητών μου, οι οποίοι είναι ενήλικες προετοιμαζόμενοι να γίνουν δάσκαλοι.
Περνώ λοιπόν, ήδη από τότε, σ’ ένα άλλο επίπεδο, που είναι αυτό της συστηματικής παρατήρησης και αρχίζω ένα τρίτο επίπεδο, που θα πάρει μεγάλη σημασία στη συνέχεια, που είναι αυτό της “οπλισμένης” παρατήρησης, με εργαλεία έρευνας, σφυγμομέτρησης, και με τη βοήθειααργότερα κατάλληλων μεθόδων επεξεργασίας στοιχείων και δεδομένων.
Το δεύτερο επίπεδο δεν θα το εγκαταλείψω πλέον στη συνέχεια. Η συστηματική παρατήρηση ενός ατόμου, μιας
ομάδας, ενός θεσμού, μιας κατάστασης, θα ενταχθεί δίχως διακοπή στην επαγγελματική μου ζωή του καθηγητή, του θεραπευτή ή του εμψυχωτή ομάδας, στην προσωπική μου ζωή, ακόμη και στην ερωτική μου ζωή. Ικανοποιώ το πάθος μου για κατανόηση των ανθρώπων και των πραγμάτων. Αυτό θα μου κοστίσει μερικές φορές σοβαρές ενοχλήσεις εκ μέρους αυτών που αισθάνονται να τους αναλύω και να τους τεμαχίζω την ίδια τη στιγμή που έχω μ’ αυτούς σχέσεις πάθους ή αντίθετα σχέσεις επιφανειακές καθημερινότητας.
Και βέβαια η παρατήρηση και η διανοητική κατανόηση δεν είναι η ενσυναίσθηση (empathie) με την έννοια του Carl Rogers. Υπάρχει μάλιστα μεταξύ τους μια ριζική διαφορά. Η εξωτερική παρατήρηση μπορεί να συνοδευθεί από περιφρόνηση και απομάκρυνση, πράγμα που αποκλείει η ενσυναίσθηση. Παρ’ όλα αυτά όμως μπορούν να προσεγγίσουν και να ζήσουν μαζί με αρμονία και τότε, δίχως να αντιφάσκουν, μπορούν να δώσουν τα χέρια και να υποστηριχθούν αμοιβαία. Μου φαίνεται ότι όσον με αφορά, η διανοητική κατανόηση των άλλων με βοήθησε μάλλον για να τους αγαπήσω, έστω και αν ανακάλυπτα τερατώδη χαρακτηριστικά ή μεγάλες δυσλειτουργίες.
Η οπλισμένη παρατήρηση, καταλήγοντας πιθανώς και στον πειραματισμό, μετατράπηκε σε καθημερινή μου τροφή, από τη στιγμή που, στα 1958, ανακηρύχθηκα διευθυντής ενός ερευνητικού κέντρου για απροσάρμοστα παιδιά/Ηδη από το 1958-59 πραγματοποιούμε σ’ αυτό το κέντρο μια μεγάλη έρευνα πάνω σε 5.000 παιδιά νηπιαγωγείου όλης της Γαλλίας, με ερωτηματολόγια για τις δασκάλες, για τους γονείς, για τα ίδια τα παιδιά. Στηριζόμενος στα δεδομένα αυτής της έρευνας γράφω πολλά άρθρα, ιδιαίτερα στο περιοδικό Enfance.
Μετά, από τα 1962-63 θα προσανατολιστώ αποφασιστικά προς τα προβλήματα ανάγνωσης των παιδιών, σχολικές δυσκολίες, προσαρμοστικότητα ή μη. Δημιουργώ πολύ μεγάλο αριθμό tests και δοκιμασιών. Αρχίζω πειράματα . Αυτή τη φορά όμως, και σε αντίθεση με ότι συνέβαινε προηγούμενα, ξεκινώ από ακριβείς υποθέσεις ξεκάθαρα διατυπωμένες.
Μπορούν να βρεθούν αναφορές σε ωρισμένες απ’ αυτές τις έρευνες με τις αντίστοιχες δοκιμασίες στα βιβλία που έχω γράψει για την ανάγνωση, όπως Troublede laIanque écrite et remèdes, Lire, La lecture adulte. Θυμάμαι να σκύβω επί μακρών και προσεκτικά πάνω στο πρόβλημα των ενδιαφερομένων παιδιών και ενηλίκων, για να καταλάβω καλύτερα τις γραμμές της συναισθηματικής τους δύναμης. Βοηθήθηκα πολύ από τις έρευνες αμερικανών συγγραφέων για τους οποίους από τότε ένοιωσα μεγάλο θαυμασμό. Είχα “ανακαλύψει την Αμερική” ήδη από το ’64-’65 χάρις στην αμερικανίδα γυναίκα μου (πήγα στο Berkeley, στο Stanford, και αλλού).
Η “επιστημονική” μου πλευρά εκπλήσσει συχνά αυτούς που με βλέπουν σαν ένα “ανθρωπιστή” που ενδιαφέρεται μόνο για τους ανθρώπους και την υποκειμενικότητα τους. Αλλά η έκπληξη τους με εκπλήσσει. Προσωπικά δεν έχω δει ποτέ την αντίθεση που θα μπορούσε να υπάρχει μεταξύ μιας αυστηρής προσέγγισης, επιστημονικής, ακριβώς ως προς την πραγματικότητα, και της συναισθηματικής εμπλοκής με τα πρόσωπα. Δεν είμαι καθόλου έτοιμος να παραιτηθώ της αξίας που λέγεται “αλήθεια” η οποία μου φαίνεται εξίσου σημαντική με την αξία “αγάπη”. Συχνά μου έχουν πει: μα γιατί αυτό το πάθος να δείξεις, να αποδείξεις, να πείσεις; Απλούστατα γιατί επιθυμώ “να δω” και στη συνέχεια “να δείξω”. Προσφέρεις επίσης υπηρεσία στους άλλους με το να τους δείχνεις.
Από τα 1980-81, οι έρευνες μου ενσωματώθηκαν στις θεωρητικές μου επεξεργασίες. Αντιλαμβάνομαι πράγματι ότι υπάρχουν πολλά βασικά σημεία που παραμένουν σκοτεινά και τα οποία οφείλουν να φωτισθούν με έρευνες πιο συγκεκριμένες, και θέλω οι θεωρίες μου να είναι ισχυρές και να στέκουν ορθές. Η έρευνα παίρνει μια νέα διάσταση. Σήμερα -στα 1988- έχω τουλάχιστο τέσσερις έρευνες σε εξέλιξη και όλες συνδέονται με θεωρητικές ενασχολήσεις. Η μία από αυτές π.χ. (με χρήση video) έχει σχέση με την συγκινησιακή εκφραστικότητα που μελέτησα στο Les forces profondes du moi, μια άλλη αφορά την επιρροή των γονεικών μοντέλων και ιδιαίτερα την επιρροή του γονέος του ιδίου φύλου, μια άλλη συνδέεται με το πρόβλημα της επικοινωνίας το οποίο θα επιθυμούσα να φωτίσω περισσότερο ως προς την εμπλοκή των συμμετεχόντων, μια άλλη τέλος είναι η μελέτη του αισθητικού συναισθήματος, το οποίο μου φαίνεται να βρίσκεται στο κέντρο των ζωτικών αξιών του ατόμου, κ.λ.π.
Επανέρχομαι στο γεγονός ότι οι διανοητικές μου έρευνες συνδέονται περιέργως με όλες τις πλευρές της ζωής μου, διανοητικές ή μη. Έχω επιμείνει σ’ αυτό και επανέρχομαι. Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα και πάνω στο οποίο σκέφθηκα πολύ για να γράψω αυτό το κείμενο, είναι το ενδιαφέρον μου για τους “μεγάλους άνδρες” και η επιθυμία μου να κατανοήσω τους παράγοντες που συνέδραμαν στη διαμόρφωση τους. Ήδη από 12-13 ετών αναρωτιόμουν πάνω σ’ αυτό. Με ξαναβλέπω έφηβο να παίρνω τους χάρτες της Γαλλίας πάνω στους οποίους σημείωνα τους τόπους γέννησης των στρατηγών, συγγραφέων, κ.λ.π. […].
Γιατί αυτή η επικέντρωση της προσοχής σ’ αυτό το θέμα ήδη από την εφηβεία μου; Εδώ υπάρχει ένα μυστήριο. Πιθανόν ενδιαφέρομαι από την πιο νεαρή ηλικία για τους “leader” διότι θέλω να γίνω τέτοιος. Πέρα απ’ όλα, οι μεγάλοι άνδρες είναι κυρίως “παρακινητές”, έστω κι αν χρησιμοποίησαν το εργαλείο της εξουσίας. Θα μπορούσαμε να ξαναγράψουμε την ιστορία ξεκινώντας από το φαινόμενο του“leadership”. Βρίσκω απ’ αυτή την άποψη τη θεωρία του Pareto για την “κυκλοφορία των ελίτ” ιδιαίτερα διαφωτιστική. Με ξαναβλέπω παιδί μ’ ένα είδος εσωτερικών “εκλάμψεων”, στη διάρκεια των οποίων σκεπτόμουν: ” Όταν μεγαλώσω, θα είμαι μεγάλος μέχρι τον ουρανό”. Δεν υπήρχε τίποτε το θρησκευτικό μέσα εκεί. Η μητέρα μου δεν μ* είχε ακόμη παρασύρει στον κόσμο της (ήμουν μάλλον περισσότερο σημαδεμένος από την βολταιρική πλευρά της οικογένειας του πατέρα μου).Έφηβος ήμουν μαγεμένος από τον Ναπολέοντα (για τον οποίο σήμερα τρέφω την πιο πλήρη περιφρόνηση). Με ξαναβλέπω σ’ ένα διάλλειμα, στην αυλή του σχολείου, παίρνοντας πόζες à la Napoléon ( το χέρι μέσα στο σακκάκι κλειστό όπως αυτού), τη στιγμή που αρνιόμουν να πιω λόγω ασκητισμού, και πλησιαζόμενος από ένα επιβλέποντα να μου λέει: “Γιατί στέκεσαι έτσι;”.
Είναι μια καλή υπόθεση; Το πιστεύω. Είναι δύσκολα να αυτοεξηγηθείς, έστω κι αν είναι εύκολο να ξαναβρείς τα ακριβή συναισθήματα που σε εμψύχωναν σε μια συγκεκριμένη στιγμή μέσα στο χρόνο. Εάν ήμουν γυναίκα θα ήμουν πιθανόν αποροφημένος από τα προβλήματα του φεμινισμού, ή εάν ήμουν Εβραίος από τα προβλήματα του ιουδαϊσμού. Δεν ήμουν ούτε γυναίκα, ούτε εβραίος, και ανήκα σε μια οικογένεια όχι βέβαια της υψηλής μπουρζουαζίας (κυρίως από την πλευρά του πατέρα μου είμαστε στη μικρή μεσαία τάξη), αλλά όπου θαυμάζονταν πολύ όλοι οι αξιοθαύμαστοι άνθρωποι. Πιθανόν αυτό συνδέεται με την πολύ παρισινή πλευρά της οικογένειας μου (απ’ την πλευρά του πατέρα μου είμαστε παρισινοί από τη Γαλλική επανάσταση). Ο René Girard στοβιβλίο του που απέβη για μένα βιβλίο προσκέφαλου, το La reuissite socialeen France (H κοινωνική ανέλιξη στη Γαλλία) δείχνει τη σημαντική επιρροή μιας πόλης όπως το Παρίσι στη διαμόρφωση των μεγάλων Γάλλων ανδρών.
Στα 1970-71 η ζωή μου αλλάζει και αυτό θα προκαλέσει επίσης μια αλλαγή στην παραγωγή μου. Ήδη έχω μιλήσει για το διαχωρισμό της ζωής μου σε περιόδους των 12 ετών (με αλλαγές σημαντικές στη χρονιά της κινεζικής αστρολογίας του “χοίρου” όπου ανήκω: 1923, 1935,1947, 1959, 1971, κλπ.). Η περίοδος που τελειώνει στα 1967-70 σημαδεύτηκε από μια σχετική ηρεμία: ο χωρισμός με τη Σαβίνα μου έδωσε την ελευθερία την οποία χρησιμοποίησα πραγματοποιώντας πολλές ερωτικές φιλίες που δεν υπήρξαν ακριβώς σχέσεις πάθους, στις οποίες όμως ενεπλάκην σοβαρά: η τελευταία με μια αμερικανίδα φίλη – με οδήγησε να ζήσω ζωή ζευγαριού για τέσσερα χρόνια.
Στα 1969 συναντώ αυτήν που έμελε να γίνει η δεύτερη μου γυναίκα: μια αυστραλή εκπληκτικής ομορφιάς. Μια νέα αναστάτωση αρχίζει η οποία θα είναι εξ ίσου σημαντική μ’ αυτή που έζησα εξερχόμενος από τους Δομινικανούς. Δεν θα ήθελα να επανέλθω στα γεγονότα αυτής της περιόδου. Μου αρκεί εδώ να πω ότι οι εμπειρίες ζευγαριού που είχα αυτή την περίοδο υπήρξαν τέτοιες δοκιμασίες ώστε αποφάσισα γύρω στα 1979-80 να μην τις ξαναζήσω (υπόσχεση που κράτησα μέχρι σήμερα και με ικανοποιεί πλήρως).
Όταν αρχίζει αυτή η νέα αναστάτωση, αρχίζω εκ νέου το “ημερολόγιο” μου. Αυτό γίνεται τόσο σημαντικό, τόσο κεντρικό για μένα ώστε αποφασίζω, στα 1974, με την ευκαιρία ενός νέου χωρισμού λίγο μετά το χωρισμό μου με τη Βάντα (την αυστραλή), να του αφιερωθώ ολοκληρωτικά. Ακριβέστερα, αποφασίζω να το κάνω ένα βιβλίο. Παίρνω μάλιστα την απόφαση να του αφιερωθώ για ένα χρόνο (74-75). Αυτό το πρώτο μου έργο γραμμένο “εν θερμώ” με μορφή “ημερολογίου” είχε για καιρότον τίτλο Mon expérience avec les femmes (H εμπειρία μου με τις γυναίκες). Τώρα το ονομάζω La passion amoureuse (Το ερωτικό πάθος), και οφείλει κανονικά να είναι το πρώτο μιας σειράς διηγήσεων “εν θερμώ” πάνω στην ερωτική μου ζωή. Η πλήρης σειρά αυτών που έχουν γραφεί μέχρι σήμερα είναι: La passion amoureuse, Le mal d1 aimer (ο πόνος του ν’ αγαπάς), La jalousie amoureuse (H ερωτική ζήλεια), Le partageamoureux (H ερωτική μοιρασιά). Μόνο το Le mal d’ aimer δημοσιεύθηκε σε μια έκδοση που διευθύνεται από μένα (μόλις το αρνήθηκε ο Gallimardστον οποίο το παρουσίασα για να διαδοθεί πιο ευρέως).
Έχω την εντύπωση ότι πραγματικά ανακάλυψα κάτι που ξεπερνά το καθαρό “ημερολόγιο”. Πρόκειται για ένα τύπο γραπτού που μπορεί στο κάτω κάτω να είναι γραπτό ιδεών και στο οποίο ο συγγραφέας δεσμευόταν προσωπικά, μιλά για τον ίδιο, δηλαδή δεν παραμελεί αυτόν τον ενδιάμεσο μεταξύ του αντικειμενικά αναφερόμενου και του αναγνώστη, που είναι ο ίδιος (δεν είναι πάντοτε εκεί; είτε το θέλει είτε όχι, με τα χαρακτήρα του πρώτου “σημαινόμενου”, διότι κάθε κείμενο οδηγείται εν κατακλείδι σ’ ένα “εγώ σκέπτομαι ότι… εγώ φαντάζομαι ότι…” κλπ. που τις περισσότερες φορές δεν εκφράζεται!) […].
Θα μπορούσαν να μου πουν όμως, μα γιατί, έστω κι αν είναι αλήθεια, να κάνεις την εισαγωγή ο ίδιος στο έργο σου, το οποίο άλλωστε δεν είναι επικεντρωμένο σ’ αυτό, και δεν μπορεί παρά να υποφέρει το έργο απ’ αυτή την εκτροπή, έστω κι αν αυτό συμφωνεί με την αλήθεια; Η αλήθεια δεν είναι όπως λέει η παροιμία πάντοτε καλή να την πεις και πιθανώς πραγματικά να “αρέσει”, πράγμα που είναι ο στόχος του έργου τέχνης, όπως ισχυρίζονται πολλοί συγγραφείς.
Η απάντηση σ’ αυτή την ένσταση με οδηγεί στο να ορ(-σω ακριβέστερα ορισμένες αντιλήψεις μου από τις πλέον πρόσφατες.
Η αναγκαιότητα που προκηρύχθηκε απ’ τον Σωκράτη στο “Γνώθι σ’αυτόν”, του να παρουσιασθείς, να προσφερθείς, να κυτταχθείς, να έρθεις στο φως, να βεβαιώσεις γι αυτό που είσαι (s’ affirmer), να μπεις ανάμεσα στα έργα σου και αυτών που τα χρησιμοποιούν, δεν είναι μόνο έργο αλήθειας και ειλικρίνειας, “τιμιότητας”, όπως πολύ έχει ειπωθεί, αλλά κυρίως έργο ζωής. Εάν σκεφθούμε καλά πάνω σ’ αυτό, εμφανίζεται με βεβαιότητα ότι η πραγματικότητα στον κόσμο με την οποία είμαστε το περισσότερο μπλεγμένοι, που μας αγγίζει πιο στενά και άρα μπορεί να μας καταστήσει πιο ενεργητικούς, δυναμικούς, δημιουργικούς, συγκεκριμένους, κατάλληλους, ταιριαστούς, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Γιατί θάπρεπε να παραμεριστούμε από τη μόνη ύπαρξη που δεν μας είναι ξένη και που αγαπούμε βαθειά (και πως!), που μας αφορά, της οποίας η μοίρα ταυτίζεται με τη δική μας: εμείς οι ίδιοι. Εάν υπάρχει κάτι στον κόσμο που είναι πηγή ζωής και δράσης, ενδιαφέροντος, δύναμης, θέλησης, επιθυμίας, είναι η στενή και ριζική σχέση με μας τους ίδιους, με την ίδια μας την ύπαρξη.
Γιατί λοιπόν μια τέτοια προφανής πραγματικότητα δεν έχει αναγνωρισθεί (στα πανεπιστήμια απαγορεύεται ακόμη στους φοιτητές να γράφουν ‘εγώ” (je) στις διατριβές τους); Ο λόγος είναι απλός και ο μεγάλος La Fontaine (ο μυθοποιός) καλά το κατάλαβε στο μύθο του των δύο σάκκων που κουβαλούμε πάνω μας: ακριβέστερα, εξ’ αιτίας αυτού, διότι είμαστε προσωπικά συνδεδεμένοι με τον ίδιο μας τον εαυτό, είμαστε οι πλέον επικίνδυνοι για μας τους ίδιους. Δεν σταματούμε να απειλούμε και να φοβίζουμε τον εαυτό μας. Κυττώ τα χέρια μου που βρίσκονται κοντά στα χέρια κάποιου άλλου. Δεν με αφορούν τα χέρια του άλλου και το πως τα χρησιμοποιεί. Αντίθετα τα δικά μου με αφορούν πρωταρχικά. Εάν τα έχανα; Εάν πληγωνόταν και φθείρονταν; Εάν δενήταν τόσο ωραία και γοητευτικά όσο θα το ευχόμουν; Εάν δεν τολμούσα να τα δείξω; κλπ. Άρα τα χέρια μου, ακριβώς επειδή μου ανήκουν με ενοχλούν, μου επιτίθενται, με ενοχλούν, με αναστατώνουν.
Το καλύτερο – και είναι αυτό που συμβουλεύουν οι σοφοί – είναι να μη τα κοιτώ, πράγμα που θα με οδηγήσει να τα εξιδανικεύσω. Η καλύτερη λύση, η οποία επιβεβαιώνεται από τη σύγχρονη ψυχολογία, είναι η λύση των ζώων του La Fontaine: “Το πορτραίτο μου δεν μου θέτει κανένα πρόβλημα”. Αντίθετα εάν θέλω να εξασκήσω το κριτικό μου πνεύμα ή πιθανώς απλά το πνεύμα μου, πράγμα που βέβαια μου είναι απαραίτητο, οι άλλοι είναι εδώ και προσφέρονται ως ωραιότατη λεία που μπορώ νακατασπαράξω με όλα μου τα δόντια, να αναλύσω, να ανατέμνω, να σχολιάσω, να περιγράψω, να ζωγραφίσω, να τραγουδήσω, και ακόμη τι άλλο; Είναι αυτό που κάνουν τα ζώα του La Fontaine.
Στο βάθος βάθος, είμαστε ανασφαλείς ως προς την ίδια μας την εικόνα, δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, αναστατωνόμαστε από το παραμικρό που μας συμβαίνει (“Το σπυράκι στη μύτη” όπως έλεγε οPascal) και γι’ αυτό δεν μπορούμε να κυτταχθούμε, ή, εάν υποχρεωθούμε να το κάνουμε, βλέπουμε τον εαυτό μας έτσι όπως θα θέλαμε να είμαστε (ή μέσα στον καθρέφτη των προσδοκιών μας) και όχι έτσι που είμαστε. Όλα αυτά είναι κατανοητά. Η δυστυχία είναι ότι κάνοντας αυτό, δηλαδή αποφεύγοντας τον εαυτό, αποφεύγουμε τη μόνη ύπαρξηπου μας αφορά που μας ενδιαφέρει πραγματικά, δηλαδή την πηγή των αληθινών και ισχυρών κινήτρων, τη μοναδική πηγή κάθε δημιουργίας.
Αυτή η κατάσταση είναι δραματική και δεν έχει τελειώσει. Οι ηθικές δεν έχουν πάψει να κυρήσσουν την ταπεινότητα, τη μετριοφροσύνη, τη λήθη του εαυτού, την αγάπη του πλησίον (γιατί όχι; εάν αγαπούμε τον εαυτό μας), δηλαδή εν κατακλείδι την ασφάλεια. Και γιατί να μη κυρήσσουν την ασφάλεια; Η μόνη ένσταση που έχω εναντίον αυτού είναι ότι η οδός αυτή οδηγεί όχι στη ζωή αλλά στο θάνατο.
Κατά βάθος, αυτό που ανακάλυπτα μ’ αυτή τη σύμπτωση με τον εαυτό μου, αυτή την αναγνώριση της ίδιας μου της υποκειμενικότητας, αυτή την αποδοχή των επιθυμιών μου, ήταν μια υπέρμετρη ενέργεια, μια τεράστια δύναμη, μια γιγαντιαία ισχύ δημιουργίας. Δεν τίθονταν πλέον καμμιά αμφισβήτηση στο να πω “εγώ” διότι το “εγώ” μου ήταν πίσω από κάθε ενέργεια μου όπως είναι πίσω από τις ενέργειες του το εγώ του οιουδήποτε. Και αν ήταν έτσι η πραγματικότητα τότε λοιπόν καλύτερα να πήγαινα μέχρι το τέλος.
Είναι μια εμπειρία την οποία πράγματι έκανα, μια νέα εμπειρία, του ίδιου τύπου μ’ αυτήν που έκανα όταν ξανάβρισκα την ελευθερία, στα χρόνια του ’50, μετά από χρόνια που ήμουν αλυσσοδεμένος. Σ’ αυτή την εμπειρία – και σ’ αυτό έγκειται η λογοτεχνικότητα της – αυτό που μετράπιο πολύ είναι η επικοινωνία που αποκαθίσταται με τον άλλο, και μέσα στην οποία είμαστε οι ίδιοι εμπλεγμένοι. Είναι αυτό που γενικότερα ονομάζεται γραφή, η οποία δεν έχει τίποτε να κάνει όπως παρατηρούσε ήδη ο Buffon, ο Sartre, και πολλοί άλλοι, μ’ αυτό το είδος μαγειρέματος δίχως ενδιαφέρον που μαθαίνει κανείς στα σχολεία. Το στυλ, δεν είναι μια εξωτερική τεχνική, είναι ο ίδιος ο άνθρωπος”.
Το αποτέλεσμα το πιο ξεκάθαρο μιας τέτοιας εξέλιξης ήταν το ότι οι εκδότες αρνήθηκαν συστηματικά αυτό το είδος της λογοτεχνίας. Όταν θέλησα να εκδώσω, στα χρόνια του 73-74, ένα τελευταίο βιβλίο γραμμένο κατά τον παραδοσιακό μου τρόπο, αλλά που πρόσθετα δύο ή τρία κεφάλαια γραμμένα με τον καινούριο τρόπο – βιβλίο που θα ονομάζοντανL’ animationnon-directive des groupes -, o Payot, ένας από τους συνηθισμένους μου εκδότες, με κάλεσε στο γραφείο του και μου είπε:“Μου δώσατε αυτό το χειρόγραφο. Θα το εκδώσω. Αλλά είναι το τελευταίο που δέχομαι εάν συνεχίσετε να γράφετε μ’ αυτό τον τρόπο… κ.λ.π.”.Όμως αυτό το βιβλίο επανεκδόθηκε σε “βιβλίο τσέπης”, ιδιαίτερα εξ αιτίας των τριών κεφαλαίων όπου μιλώ για μένα .Έχω παρατηρήσει ότι οι εκδότες συχνά δεν γνωρίζουν ούτε το εμπορικό τους κέρδος. Είναι οι εφημέριοι της κουλτούρας. Κανένα βιβλίο μου νέου τύπου δεν είδε το φως από ένα εκδοτικό οίκο. Έκδοσα εγώ ο ίδιος ωρισμένα με πενιχρά μέσα ιδρύοντας δικό μου εκδοτικό σύστημα.
Αυτό με οδηγεί σ’ ένα τελευταίο σημείο που δεν προσέγγισα μέχρις εδώ και το οποίο δεν είναι δίχως σχέση με την παραγωγή μου, το “έργο” μου, δηλαδή την κοινωνική και επαγγελματική μου ζωή.
Είχα μια σταδιοδρομία όσο το δυνατό “νορμάλ”, περνώντας από την κατάσταση του καθηγητή “agrégé” της μέσης εκπαίδευσης σ’ αυτή του καθηγητή πανεπιστημίου στη συνέχεια του 1968, περνώντας έναDoctorat d’ Etat στην Caen το 1973, κ.λ.π. Παρ’ όλα αυτά δεν σταμάτησα να περιθωριοποιούμαι και έγινα ένας “περιθωριακός”. Πρώτ’ απ’ όλα έγινα καθηγητής στα 1970, σ’ ένα νέο και επαναστατικό πανεπιστήμιο,Vincenncs, όπου παρέμεινα 18 χρόνια και όπου έκανα τις πλέον ακραίες εμπειρίες (ομάδων, έκφρασης, συμμετοχής, κλπ), και τις πλέον παθιασμένες. Αυτό το πανεπιστήμιο έγινε στη συνέχεια ένα από τα υψηλά στρώματα της νορμαλοποίησης (normalisation) και υποχρεώθηκα να το εγκαταλείψω στα 1988, αφού παρέστην στις πλέον σπαρακτικές παραιτήσεις από ανθρώπους όπως ο Lapassade, ο Ardoino, κ.α. Στη συνέχεια προσανατολίσθηκα όλο και περισσότερο, ξεκινώντας από μια εμπειρία ουσιαστικά παιδαγωγική. Προς τις τεχνικές των ομάδων, της ψυχοθεραπείας, όπου έγινα κάποιος που θεωρείται σημαντικός. Αυτός ο τομέας έστω και αν έχει αναγνωρισθεί, αντιμετωπίζεται στη γαλλική κοινωνία με πολλή καχυποψία, έστω και αν ευρέως πλέον αναφέρονται σ’ αυτόν και τον χρησιμοποιούν. Τέλος, ενδιαφέρθηκα όλο και περισσότερο από τα χρόνια του 70 για τη σεξολογία και για τη σεξουαλικότητα μέχρι να γίνω κι εγώ ο ίδιος σεξο-θεραπευτής και να γράψω πολλά έργα και άρθρα πάνω σ’ αυτό το θέμα. Είμαι μέλος της Γαλλικής εταιρείας κλινικής σεξολογίας. Δημιούργησα σεξολογικό υλικό. Μίλησα πολύ για την ίδια μου τη σεξουαλική ζωή, κλπ. Για όλους αυτούς τους λόγους, θεωρούμαι, σε ωρισμένους κύκλους, σαν βεντέτα της σεξολογίας που με “δείχνουν” σαν ένα ζώο στο τσίρκο. Αυτό δεν μου ταιριάζει ιδιαίτερα.
Όλα αυτά με οδηγούν όλο και περισσότερο να εγκαταλείψω τη Γαλλία – τη χώρα μου – για την οποία προβλέπω μια εξέλιξη προς τον φασισμό, του οποίου το φαινόμενο Le Peu δεν είναι παρά μια πρόδρομος ένδειξη, και να πάω προς χώρες που ενδιαφέρονται γι αυτά που κάνω, όπως το Μεξικό, ο Καναδάς, η Ισπανία, η Ελλάδα, η Αλγερία, κλπ. Αυτό με παθιάζει αλλά αισθάνομαι ανασφάλεια. Δεν είναι εύκολο να αισθάνεσαιon σε απορρ(-πτει η ίδια σου η χώρα. Τι επιπτώσεις θά έχει αυτό στο έργο μου δεν το γνωρίζω. Αυτό θα το πει το μέλλον…
Σκοπός του project share-call είναι να δημιουργηθεί ένας «χώρος συνάντησης» στον οποίο οι εκπαιδευτικοί μπορούν να βρουν υποστήριξη, έμπνευση και δύναμη. Ένας «κύκλος» […]
Γράφει ο Κώστας Μπακιρτζής (καθηγητής του ΑΠΘ, Παιδαγωγική Σχολή, εμψυχωτής-ψυχοθεραπευτής ΝDI, συγγραφέας του βιβλίου «Επικοινωνία και αγωγή») Με το προς έκδοση […]
Γράφει ο Στέλιος (κοινωνικός κλινικός ψυχολόγος εμψυχωτής – ψυχοθεραπευτής NDI, υπεύθυνος Προγράμματος Εναλλακτικής Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων «ΑΡΓΩ» – Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης) […]
